Το κτήμα Χαϊδάρι, όπου η οικογένεια Nάζου διέμενε μέρος του έτους, είχεν έκτασιν τριών χιλιάδων στρεμμάτων1α δεξιά της Ιεράς Οδού1β, ολίγον προ του Δαφνίου, και περιελάμβανε και τον λόφον του Προφήτου Ηλία.
Εις το μέσον του κτήματος ήτο κήπος τοιχογυρισμένος και εντός αυτού η οικία ή “πύργος” Νάζου, με την ιστορικήν τραπεζαρίαν, εις τους τοίχους της οποίας ο Γύζης εζωγράφησε τας τέσσαρας ώρας του έτους.
Εις μικράν απόστασιν ευρίσκετο το εκκλησίδιον του Αγίου Γεωργίου με τοιχογραφίας του Νικηφόρου Λύτρα. Εκεί απεικονίζοντο και οι δύο μικροί άγγελοι της Παναγίας Σιξτίνας του Ραφαήλ με τας μορφάς δύο τέκνων τou Νικολάου Nάζου.
Ο κήπος ήτο πολύ περιποιημένος και περιείχε δένδρα οπωροφόρα και εκλεκτά άνθη. Μια μεγάλη δεξαμενή εδέχετο το τρεχούμενο γερό. ‘Hτo σκεπασμένη και εχρησίμευεν ως ταράτσα. Δύο μάρμαρα με αρχικά ψηφία των συζύγων Nάζου Π. Ν. και N. N., ήσαν τοποθετημένα δεξιά και αριστερά.
Το Χαϊδάρι κατά τους χρόνους εκείνους εθεωρείτο πολύ μεμακρυσμένον των Αθηνών και δεν εκρίνετο εξησφαλισμένον από ληστρικάς επιδρομάς. Και πράγματι έγινε τοιαύτη απόπειρα…
Ο Νικόλαος Νάζος ήτον αναγκασμένος να κατεβαίνη δι ́ εργασίας του καθ ́ εκάστην πρωίαν εις τας Αθήνας εφ ́ αμάξης και επανήρχετο την εσπέραν. Ωλίγον έξω του κτήματος υπήρχε πηγάδι και γύρω του μεγάλα δένδρα. Απ ́ εκεί εφαίνετο ο δρόμος των Αθηνών και τα παιδιά ανέμεναν να διακρίνουν την άμαξαν με τον ερχόμενον πατέρα των.
Από το Χαϊδάρι επεχείρουν εκδρομάς έφιπποι μετά της συζύγου του και εις μίαν τούτων συνέβη το εξής ὡς διηγείται ο ίδιος πολλά έτη κατόπιν εις επιστολήν2 του προς τnv κόρην του Αρτέμιδα:
“H μόνη ευχαρίστησις ήν3 είχεν ήτο να ιππεύη, όχι εν τη πόλει, αλλ ́εν τη εξοχή. Ενώ λοιπόν επεστρέφαμεν μίαν εσπέραν από την λίμνην Κουμουνδούρου4, εκράτησεν τον προπορευόμενον του ιδικού μου ίππον της και μου είπε:
Εδώ ήτο ο δήμος Κορυδαλλέων. Οι Έλληνες ήσαν τέλειοι εις όλα. Προηγουμένως εύρισκαν τα ύδατα και ακολούθως έκτιζαν τας πόλεις των. Είναι αδύνατον εδώ εις το Χαϊδάρι να μην υπήρχαν υδραγωγεία των Ελλήνων.
Και ενώ ταύτα μοι έλεγεν, ο ίππος εκτύπα τον πόδα του αδιακόπως επί του εδάφους, κάτωθι του οποίου ήτο τo φρέαρ του αγνώστου τότε υδραγωγείου.
Προς τιμήν λοιπόν του ανδρικού πνεύματός της και της αγγελικής Ψυχής της θα ονομάζεται το ύδωρ του Χαϊδαρίου “Ύδωρ της Πηνελόπης.”
Εις εν άλλο γράμμα του5 περιγράρῥει το άνοιγμα αρχαίων τάφων, οι οποίοι ευρέθησαν εντός της περιοχής του Χαϊδαρίου6:
Ὢς σοι προέγραψα, την Tρίτnv ηνοίζαμεν τους Τάφους, οίτινες ήσαν δευτέρου μετά Χριστόν αιώνος περίπου… Με συνεκίνησε πολύ ο ευρεθείς εντός του μαρμάρινου τάφου σκελετός μιας γυναικός, ήτις 1600 έτη έμεινεν ακίνητος εἰς θέσιν͵ εις ην έθεσαν.
Πέριξ αυτής ήσαν τα αγγεία με τα δάκρυα των συγγενών και των φίλων της…
To άνοιγμα των τάφων έγινεν επί παρουσία του τότε πρωθυπουργού Κουμουνδούρου, των Πρέσβεων της Γαλλίας και της Αγγλίας και του διευθυντού της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής…
Η θέα από το Χαϊδάρι προς τας Αθήνας και τον ολόγυρά του αιωνόβιον ελαιώνα, πυκνότερον τότε και πολύ εκτεταμένον από σήμερον, ήτο θαυμασία. Ο Νικόλαος Νάζος και τας νύκτας ακόμη διήρχετο αγρυπνών υπό την γοητεία του εξαισίου περιβάλλοντος.
Εις τnv κόρην του γράφει7:
“H νυξ είναι μαύρη και αγρία. Σφοδρότατος βορράς βιάζειτα δένδρα να δέρνωνται και να βρυχώνται. Τα πέριξ του πύργου δένδρα αυξάνουν πολύ το σκότος.
Εξήλθα τώρα προς στιγμήν του δωματίου μου δια να παρατηρήσω τας σκηνογραφίας του παιζόμενου απόψε δράματος. Tov ουρανόν καλύπτουν νέφη μελανά, άτινα διαχωριζόμενα αφήνουν ταύτην δρεπανοειδή σελήνη. Ωραίον το χρυσούν δρέπανον και αθλαθές, μη ομοιάζον το της φύσεως, ήτις αναισθήτως και ακάμπτως τέρπεται εἰς το θερίζειν τα πάντα…”
Αποσπάσματα από το Βιβλίο του Γεώργιου Δροσίνη, Ὁ Γεώργιος Νάζος και το Ωδείον Αθηνών”, ΕΣΤΙΑ, 1938.
Σημειώσεις Διευκρινήσεις:
1. α) Ο Δροσίνης αναφέρει ότι n έκταση του κτήματος Χαϊδάρι ήταν 3.000 στρέμματα. Ωσιόσο οι περισσότερες αναφορές συγκλίνουν στην άποψη ότι η έκταση του κτήματος ήταν διπλάσια, δηλαδή 6.000 στρέμματα. β) H Λεωφόρος Αθηνών διανοίχτηκε αργότερα. Γι ́αυτό σημείο προσανατολισμού είναι n παλαιότερη Ιερά Οδός.
2. Επιστολή στις 6 Ιουλίου 1882.
3. Η μητέρα της Άρτεμις, Πηνελόπη Νάζου,
4. Αρχαίοι Pετοί
5. Περιγράφει ο Νικόλαος Νάζος.
6. 18 Μαΐου 1878.
7. 5 Μαΐου 1877.