Θα ήθελα πολύ οι ευχές μου για επιστροφή στην μακραίωνη ειρήνη αυτού που απόμεινε να συμβαδίσει με τον οίκτο των στρατιωτών, που στρατοπεδεύουν κοντά του, σαν ένα ευγενικό σημάδι από το πέρασμά τους.
Έτσι ώστε μέσα από αυτή τη μικρή πόρτα (του Αγίου Νικολάου) και ανάμεσα στις παλιές διαβρωμένες πέτρες και τα αγριόχορτα ο διαβάτης να μπορεί ακόμα να σταματήσει, για να επισκοπήσει μέσα στο ακτινοβόλο φως τα δυνατά και εκθαμβωτικά πεύκα, που σκορπίζουν κάτω από την αιώνια αύρα τους μυστηριώδεις και γλυκούς ήχους αναρίθμητων αιολικών αρπών, που καλύπτουν κάποιες στιγμές την κίνηση και τη βοή των θνητών και των ζώων, που περιβάλλουν τις ταβέρνες , που βρίσκονται στην Ιερά Οδό.
Είναι την ώρα που ο ήλιος γέρνει προς τη δύση του που πρέπει να κατευθυνθεί κανείς προς την οδό της επιστροφής, για να χαρεί – όπως λέει ο Σατωβριάνδος- “την Αθήνα σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια”
Τα μάτια του ταξιδιώτη μπορούσαν άλλοτε να χαρούν τον αργό βηματισμό των αλόγων. Ήταν τότε ένα είδος τυπικού αυτή η επιστροφή, που προσδιόριζε την ακριβή στιγμή, που έπρεπε να προσπεράσει κανείς το πέρασμα του Κορυδαλλού.
Στα αριστερά, ο λόφος του Προφήτη Ηλία στρογγύλευε τις κατωφέρειές του τις στολισμένες με πεύκα και κυπαρίσσια. Πρόσφατα ακόμα, αυτός ο λόφος δεν ήταν παρά ένας βράχος. Σήμερα βρίθει από χρωματιστά σπιτάκια, στολισμένα με υπέροχους κηπάκους και που σκαρφαλώνει χαρούμενα στο ύψος της κορυφής, όπου δεσπόζει ένα ολόλευκο εκκλησάκι. Το πέρασμα του Κορυδαλλού ανοίγεται δια μέσου σκοτεινών μαζών από πεύκα, που περιτριγυρίζουν το δρόμο και αναρριχώνται στα δεξιά πάνω στην κλεισούρα, ενώ προς τα αριστερά, φράζουν τη γλυκιά πράσινη,πεδιάδα, που την κατακλύζουν ήδη τα πέπλα του λυκόφωτος. Η μεγάλη πεδιάδα του Θριασίου, η κλεισούρα του Δαφνιού έχουν ξαφνικά εξαφανιστεί, κρυμμένα από την οροσειρά του Κορυδαλλού.
Εδώ είναι που πρέπει κανείς να σταματήσει για να θαυμάσει ένα από τα πιο όμορφα θεάματα του κόσμου. Κάτω από τις μαγευτικές ακτίνες της δύσης, η κουρτίνα του Υμηττού επενδύεται με χρυσάφι, πίσω από την πόλη που επιδεικνύει τη λευκότητα των αναρίθμητων σπιτιών της απλωμένη μέσα στην πεδιάδα, όπου υψώνονται η Ακρόπολη και ο Λυκαβηττός.
Ξαναπαίρνουμε την οδό, που ακολουθήθηκε σε πολύ παλιούς αιώνες από το Χριστιανισμό στην κατάκτηση της πόλης, όπου παρόλα αυτά η Ελευσίνα είχε σημαδέψει με τα μυστήριά της μια εκπληκτική αναλογία ανάμεσα στη μυθολογία και στην αρχαία πίστη, γιατί, κατά μίμηση της, το ελευσίνιο δόγμα μάς μεταμόρφωσε “και από την άγρια και σκληρή κατάστασή μας πέρασε σε μια ανθρώπινη κατάσταση”, όπως ισχυρίζονταν ο Κικέρωνας, που ήταν ο ίδιος μυημένος.
Αλλά η αλλαγή της διακόσμησης μάς αποσπά από αυτή την παρέκβαση: Ο Υμηττός σκοτεινιάζει μέσα στο μωβ, περικυκλωμένος από το έντονο μπλε χρώμα του Πεντελικού. Στο κέντρο ο Παρθενώνας, καθαρά απομονωμένος, σπινθηρίζοντας μέσα στη λάμψη των επίχρυσών του μαρμάρων, λάμπει μέσα στην μεγάλη του δόξα. Και όλη η αθάνατη πολιτεία, που έγινε ένας μοναδικός χρυσός όγκος, σκαλισμένος σε δέκα χιλιάδες μικρούς κύβους, που χρυσίζουν από αναμμένες φωτιές από τις τελευταίες ακτίνες πάνω στα παράθυρά της. Στη συνέχεια, σιγά – σιγά, γλυκά, όλη αυτή η μαγεία εξαφανίζεται πίσω από μια κουρτίνα μπλε χρώματος καλύπτοντας την πόλη της Ασπασίας, ενώ πάνω στην Ακρόπολη καθυστερούν τα τελευταία αμυδρά φώτα.
Η παραπάνω περιγραφή είναι από τις δύο τελευταίες σελίδες του βιβλίου: Francesco Perilla, Daphni, Aquarelles, Xylographies, Photographies de L’Aute | ΔΑΦΝΙ, Ακουαρέλες, Ξυλογραφίες, Φωτογραφίες (1928 & 1942).
Η φωτογραφία με τον Προφήτη Ηλία είναι από τη β’ έκδοση στην Ιταλική γλώσσα.